Όταν τα Μέσα Καθοδηγούν και η Κοινή Γνώμη Ακολουθεί: Η Ευθύνη πέρα από τα Ονόματα
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από ένταση, συναισθηματισμό και επικίνδυνη απλοποίηση. Σε αυτό το περιβάλλον, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν λειτουργούν απλώς ως καθρέφτης της κοινωνίας· συχνά μετατρέπονται σε μηχανισμούς καθοδήγησης της κοινής γνώμης, επιλέγοντας συνειδητά το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που αντιδρά πριν σκεφτεί και κρίνει πριν κατανοήσει.
Η υπεραπλούστευση —και ειδικά η εμμονική απόδοση κάθε προβλήματος στο ίδιο πολιτικό όνομα— δεν είναι τυχαία. Είναι επικοινωνιακά βολική, εύπεπτη και αποδοτική σε τηλεθέαση και κλικ. Όμως είναι και βαθιά παραπλανητική.
Τα κανάλια και τα ΜΜΕ ως διαμορφωτές, όχι απλοί μεταφορείς πληροφορίας
Σε μια ώριμη δημοκρατία, τα ΜΜΕ οφείλουν να ενημερώνουν, να ελέγχουν και να εξηγούν. Όταν όμως επιλέγουν τη μονομέρεια, την υπερβολή και την επιλεκτική παρουσίαση στοιχείων, τότε παύουν να υπηρετούν την ενημέρωση και αρχίζουν να κατασκευάζουν αφήγημα.
Τηλεοπτικά πάνελ με μόνιμα τους ίδιους αγανακτισμένους σχολιαστές, τίτλοι που προδικάζουν ενοχές, αποσπασματικά βίντεο χωρίς πλαίσιο και κραυγαλέα γραφικά που υποκαθιστούν την ανάλυση, δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση «αυτονόητης αλήθειας». Έτσι, ο πολίτης δεν καλείται να σκεφτεί, αλλά να συμμορφωθεί συναισθηματικά.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η κριτική —η κριτική είναι απαραίτητη— αλλά η συστηματική άρνηση της πολυπλοκότητας. Όταν όλα παρουσιάζονται ως απόδειξη αποτυχίας, τότε τίποτα δεν μπορεί να αξιολογηθεί νηφάλια.
Η προκατάληψη απέναντι στο όνομα και όχι στις πολιτικές
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της εποχής είναι η προκατειλημμένη στάση απέναντι στο όνομα “Μητσοτάκης”, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της εκάστοτε πολιτικής. Η κριτική δεν ξεκινά από την πράξη· ξεκινά από την ταυτότητα. Αυτό είναι ιδεολογική τύφλωση, όχι πολιτική άποψη.
Σε αυτή τη λογική:
- Κάθε πρωτοβουλία θεωρείται εκ των προτέρων ύποπτη.
- Κάθε αλλαγή απορρίπτεται πριν εφαρμοστεί.
- Κάθε αστοχία γενικεύεται σε απόλυτη αποτυχία.
Η κοινωνία δεν κρίνει πια τι γίνεται, αλλά ποιος το κάνει. Και αυτό δεν είναι δημοκρατική εγρήγορση· είναι γνωστική προκατάληψη.
Παράδειγμα 1: Η παράλογη άρνηση διαλόγου από τους αγρότες
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η δημόσια συζήτηση εκτροχιάζεται. Δεν είναι παράλογες οι διεκδικήσεις — παράλογη είναι η απόλυτη άρνηση διαλόγου. Όταν μια ομάδα δηλώνει εκ των προτέρων ότι «δεν συζητά τίποτα» και απαιτεί άμεση ικανοποίηση όλων των αιτημάτων της, τότε δεν μιλάμε για διαπραγμάτευση αλλά για τελεσίγραφο.

Τα ΜΜΕ, αντί να αναδείξουν:
- τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις,
- τα δημοσιονομικά όρια,
- και τη διαφοροποίηση μεταξύ βιώσιμων και ανέφικτων αιτημάτων,
επέλεξαν να παρουσιάσουν κάθε απόπειρα διαλόγου ως «αδιαφορία» και κάθε άρνηση ως «αγώνα». Έτσι, η λογική αντικαταστάθηκε από τον θόρυβο.
Παράδειγμα 2: Ο μηδενισμός απέναντι σε κάθε αλλαγή στο ΕΣΥ
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας αντιμετωπίζει δομικά προβλήματα δεκαετιών: υποστελέχωση, γήρανση προσωπικού, κακή διοικητική οργάνωση. Παρ’ όλα αυτά, κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης παρουσιάζεται από μερίδα των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης ως «καταστροφή» ή «διάλυση».
Καμία διάκριση δεν γίνεται μεταξύ:
- κακών ρυθμίσεων και αναγκαίων αλλαγών,
- πιλοτικών εφαρμογών και μόνιμων πολιτικών,
- αποτυχίας εφαρμογής και αποτυχίας σχεδιασμού.
Ο απόλυτος μηδενισμός δεν προστατεύει το ΕΣΥ· το παγιδεύει στη στασιμότητα. Και τα ΜΜΕ που καλλιεργούν αυτή τη στάση, δεν υπερασπίζονται τη δημόσια υγεία — υπερασπίζονται την ένταση.
Η κοινή γνώμη δεν είναι αθώα
Θα ήταν εύκολο να κατηγορήσουμε μόνο τα μέσα. Όμως η κοινή γνώμη έχει ευθύνη. Η επιλεκτική κατανάλωση πληροφορίας, η άρνηση αντίθετων απόψεων και η ανάγκη επιβεβαίωσης των προκαταλήψεων μας, δημιουργούν ένα κλειστό σύστημα αυτοενίσχυσης.
Όταν ο πολίτης:
- δεν διαβάζει πέρα από τον τίτλο,
- απορρίπτει κάθε στοιχείο που δεν συμφωνεί με την άποψή του,
- και μετατρέπει την πολιτική σε οπαδισμό,
τότε παύει να είναι κριτικός πολίτης και γίνεται παθητικός καταναλωτής αφήγησης.
Κριτική με ουσία, όχι με κραυγές
Οι κυβερνήσεις πρέπει να κρίνονται. Αλλά όχι με ισοπεδωτικά συνθήματα, όχι με προκατάληψη, όχι με τηλεοπτική υστερία. Η ουσιαστική κριτική απαιτεί:
- σύγκριση,
- στοιχεία,
- και αποδοχή ότι η πραγματικότητα δεν χωρά σε ένα hashtag.
Η δημοκρατική ωριμότητα φαίνεται όταν μπορούμε να πούμε:
«Αυτό δεν λειτούργησε, αυτό όμως είχε αποτέλεσμα».
Συμπέρασμα: Ώρα για δύσκολη σκέψη, όχι εύκολο θυμό
Αν συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στα ΜΜΕ να καθοδηγούν αντί να ενημερώνουν και αν συνεχίσουμε ως κοινωνία να κρίνουμε με βάση το όνομα και όχι την πράξη, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ποιος κυβερνά. Θα είναι ότι δεν σκεφτόμαστε.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται περισσότερη ένταση. Χρειάζεται περισσότερη λογική, περισσότερη γνώση και λιγότερη προκατάληψη. Και αυτό ξεκινά από όλους μας.
